διαπλέκω

διαπλέκω,
A weave, plait,

σάνδαλα h.Merc.80

; opp. διαλύω, Hdt.4.67; τὰ τὸν ὄσχεον διαπλέκοντα σώματα Paul.Age.6.62: metaph.,

θρῆνον δ. Pi.P.12.8

; ἀγὰν πάγχυ δ. to try every twist, wind all ways, ib.2.82:—[voice] Med., διαπλέξασθαι κόμας plait one's hair, Aristaenet.1.25: —[voice] Pass., ψυχὴ διαπλακεῖσα interwoven [with matter] . ., Pl.Ti.36e, cf. Plot.1.1.3.
II metaph., διαπλέξαντος τὸν βίον εὖ finish the web of one's life, Hdt.5.92.

ζ; δ. βίοτον λιπαρῷ γήραϊ Pi.N.7.99

; ἁμέραν prob. in Alcm.23.38;

ἀσκητικόν τινα βίον Pl.Lg.806a

, cf. Com.Adesp.231: without

βίον, δ. ζῶν ἡδέως Ar.Av.754

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπλέκω — weave pres subj act 1st sg διαπλέκω weave pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπλέκω — (Α διαπλέκω) 1. συμπλέκω, πλέκω κάτι μαζί με κάτι άλλο ή μέσα σε κάτι άλλο 2. πλέκω από την αρχή ώς το τέλος αρχ. 1. δοκιμάζω πλέξιμο 2. παθ. συμπλέκω 3. ζω («διαπλέκω μετ ὀρνίθων» ζω μαζί με τα πουλιά …   Dictionary of Greek

  • διαπεπλεγμένα — διαπλέκω weave perf part mp neut nom/voc/acc pl διαπεπλεγμένᾱ , διαπλέκω weave perf part mp fem nom/voc/acc dual διαπεπλεγμένᾱ , διαπλέκω weave perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπλέξει — διαπλέκω weave aor subj act 3rd sg (epic) διαπλέκω weave fut ind mid 2nd sg διαπλέκω weave fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεπλεγμέναι — διαπλέκω weave perf part mp fem nom/voc pl διαπεπλεγμένᾱͅ , διαπλέκω weave perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεπλεγμένον — διαπλέκω weave perf part mp masc acc sg διαπλέκω weave perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεπλεγμένων — διαπλέκω weave perf part mp fem gen pl διαπλέκω weave perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπλακέντα — διαπλέκω weave aor part pass neut nom/voc/acc pl διαπλέκω weave aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπλεκομένων — διαπλέκω weave pres part mp fem gen pl διαπλέκω weave pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπλεκόμεθα — διαπλέκω weave pres ind mp 1st pl διαπλέκω weave imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπλεκόμενον — διαπλέκω weave pres part mp masc acc sg διαπλέκω weave pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.